Assign modules on offcanvas module position to make them visible in the sidebar.

Sepcial Promotion

skolikoeiditida1 skolikoeiditida2

 

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα είναι η φλεγμονή της σκωληκοειδούς απόφυσης που κρέμεται από το τυφλό (το πρώτο τμήμα του παχέος εντέρου) και έχει τη μορφή ενός θυλάκου του εντέρου.

 

Οφείλεται στην απόφραξη του αυλού της από κοπρόλιθο, υπερτροφία των λεμφοζιδίων της, σπόρους, παράσιτα ή όγκους(καρκινοειδές). Η απόφραξη έχει σαν αποτέλεσμα τη διάτασή της γιατί η έκκριση του βλενογόννου της (του εσωτερικού του τοιχώματος) δε σταματά, ενώ παράλλληλα αρχίζει και ο πολλαπλασιασμός των μικροβίων. Όταν το αίτιο της απόφραξης σταματήσει να υφίσταται η φλεγμονή μπορεί να υποχωρήσει. Στις περισσότερες όμως περιπτώσεις η σταδιακή διάταση της σκωληκοειδούς επηρεάζει την αιμάτωση του τοιχώματος, όπου μπορεί να καταλήξει σε διάτρηση και περιτονίτιδα.

 

Η οξεία σκωληκοειδίτιδα αποτελεί τη συχνότερη αιτία κοιλιακού πόνου κατά τη δεύτερη και τρίτη δεκαετία της ζωής με ελαφρά υπεροχή στους άντρες σε σχέση με τις γυναίκες.

 

Ο κοιλιακός πόνος είναι το κυρίαρχο σύμπτωμα. Αρχικά εντοπίζεται περιομφαλικά και είναι διάχυτος και στη συνέχεια μετατοπίζεται στο κάτω δεξιό τεταρτημόριο της κοιλίας (δεξιός λαγόνιος βόθρος) και γίνεται πιο έντονος και συνεχής. Ο πόνος επιδεινώνεται με την πίεση, το βήχα, το περπάτημα ή τις κινήσεις. Ο πόνος μπορεί να συνοδεύεται από ανορεξία, ναυτία ή και εμέτους, πυρετό (όχι πολύ υψηλό), δυσκοιλιότητα ή διάρροια.

 

Τα σημεία που διαπιστώνονται στη φυσική εξέταση έχουν να κάνουν με τη θέση της σκωληκοειδούς απόφυσης και την εξέλιξη της φλεγμονής και είναι:

  • Tαχυκαρδία και αύξηση της θερμοκρασίας
  • Ο ασθενής παίρνει τη θέση που τον ανακουφίζει, στο πλάι δεξιά ή ανάσκελα με τα πόδια μαζεμένα
  • Σημείο Mac Burney: Ευαισθησία και σύσπαση κατά την ψηλάφηση και πίεση μεταξύ μέσου και έξω τριτημορίου της γραμμής η οποία ενώνει τον ομφαλό με τη δεξιά πρόσθια άνω λαγόνια άκανθα
  • Σημείο Blumberg ή παλίνδρομη ευαισθησία: Ο ασθενής παραπονείται για εντονότερο πόνο κατά την απότομη άρση της πίεσης του κοιλιακού τοιχώματος και οφείλεται σε επέκταση της φλεγμονής στο περιτόναιο
  • Σημείο Rovsing: Είναι θετικό όταν η πίεση ή η πλήξη της αριστερής κοιλίας προκαλεί πόνο στη δεξιά κάτω κοιλία
  • Σημείο θυρεοειδούς: Όταν περιστρέψουμε το δεξιό μηρό που βρίσκεται σε κάμψη προς τα μέσα προκαλείται πόνος από σύσπαση του έσω θυρεοειδούς μυός αν η σκωληκοειδής απόφυση έχει πυελική θέση
  • Σημείο ψοίτη μυός: Όταν γίνεται έκταση του δεξιού σκέλους εκδηλώνεται πόνος στη δεξιά βουβωνική χώρα
  • Στη δακτυλική εξέταση από το ορθό ή τον κόλπο ελέγχεται ο δουγλάσειος χώρος ο οποίος μπορεί να είναι επώδυνος

 

Από τον εργαστηριακό έλεγχο στη γενική αίματος παρατηρείται ήπια αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων με πολυμορφοπυρηνικό τύπο. Επίσης συνήθως υπάρχει αύξηση της CRP . Αν η σκωληκοειδής απόφυση βρίσκεται κοντά στον ουρητήρα τότε από επινέμεση της φλεγμονής μπορεί να υπάρχουν πυοσφαίρια ή ερυθρά αιμοσφαίρια στα ούρα.
Χρήσιμες εξετάσεις για τη διάγνωση είναι το υπερηχογράφημα και η αξονική τομογραφία γιατί πέρα από τη διάγνωση της νόσου βοηθούν στο να αποκλειστούν άλλλες παθήσεις της περιοχής που προκαλούν παρόμοιο πόνο.

 

Η θεραπεία της οξείας σκωληκοειδίτιδας είναι η σκωληκοειδεκτομή η οποία μπορεί να διενεργηθεί με λαπαροτομία ή λαπαροσκόπηση. Η ένδειξη της σκωληκοειδεκτομής πρέπει να τίθεται εγκαίρως πριν από τη διάτρησή της. Η λαπαροσκόπηση αποτελεί μέθοδο εκλογής διαφοροδιαγνωστκών προβλημάτων σε ασθενείς με άλγος δεξιού λαγόνιου βόθρου ιδιαίτερα σε γυναίκες, διότι παρέχεται η δυνατότητα πλήρους ελέγχου των ενδοκοιλιακών οργάνων.

 

Σε περίπτωση ρήξης της σκωληκοειδούς απόφυσης εκτός από τη σκωληκοειδεκτομή πρέπει να αντιμετωπισθεί και η περιτονίτιδα με πλύσεις της περιτοναικής κοιλότητας, τοποθέτηση παροχέτευσης και ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών.Αν η ρήξη περιχαρακωθεί από τον οργανισμό (μείζον επίπλουν και εντερικές έλικες) τότε δημιουργείται το plastron. Αυτή η κατάσταση αντιμετωπίζεται συντηρητικά, γιατί η σκωληκοειδεκτομή σε αυτή την έντονη φλεγμονώδη τοπική κατάσταση μερικές φορές δεν είναι δυνατή και τότε συνιστάται να διενεργηθεί τρεις μήνες αργότερα.